Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2018

Ο Σπυρίδων Λάμπρος



     Επιφανείς Καλαρρυτινοί    Οικογένεια Λάμπρου



ομιλία που εκφώνησε ο κ. Απόστ. Κατσίκης κατά τις εκδηλώσεις για την 193η επέτειο της Επανάστασης των Καλαρρυτών


   Του ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΤΣΙΚΗ 

Ομ. Καθηγητή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων


Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, κάτω από τις κρατούσες συνθήκες κυριαρχίας και του συστήματος αρχών και αξιών που επέβαλε η οθωμανική διοίκηση, πολύ λίγες ήταν οι περιοχές του ελλαδικού χώρου που κατόρθωσαν όχι μόνον να αντέξουν και να επιζήσουν αλλά να αναπτύξουν μια πρωτόγνωρη για τα δεδομένα δυναμική και να οδηγηθούν σε ανοδική και δημιουργική πορεία και ευμάρεια.

Στον κατάλογο των περιοχών με τα παραπάνω χαρακτηριστικά συμπεριλαμβάνονται τα βλαχοχώρια της Πίνδου και ασφαλώς σε περίοπτη θέση κατατάσσονται οι Καλαρρύτες. Οι προγονοί μας Καλαρρυτινοί, κάτω από ειδικό καθεστώς αυτονομίας, αλλά κυρίως  με όπλο τη δύναμη  για επιβίωση και τη θέληση για  δημιουργία, κατάφεραν σε μικρό χρονικό διάστημα να μετατρέψουν ένα μικρό κτηνοτροφικό χωριό σε οικισμό αστικού χαρακτήρα με χιλιάδες κατοίκους και υψηλό οικονομικό, κοινωνικό, πνευματικό και πολιτιστικό επίπεδο. Οι Καλαρρυτινοί έμποροι με οίκους σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι βιοτέχνες, μετέπειτα βιομήχανοι, οι τεχνίτες- καλλιτέχνες του ασημιού, οι αγιογράφοι - ζωγράφοι, έκαναν γνωστό και υπερήφανο το χωριό μας μέσω της προόδου και των επιτευγμάτων τους όχι μόνο ανά το πανελλήνιο αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Δυστυχώς, αυτή η αξιοζήλευτη οικονομική ευμάρεια, η κοινωνική και πολιτιστική άνοδος έμελλε να διακοπεί βίαια και ανεπανόρθωτα πριν από 193 χρόνια, τέτοιες μέρες, αρχές Ιουλίου του 1821. Οι Καλαρρυτινοί μέσα στο γενικό κλίμα ...

ενθουσιασμού της εθνικής παλιγγενεσίας, θεωρώντας ότι όφειλαν να συμμετάσχουν στον αγώνα, ξεσηκώνονται οραματιζόμενοι ελευθερία και εθνική κυριαρχία. Tο αποτέλεσμα, όπως είναι γνωστό, δεν τους δικαίωσε. Εντελώς απόλεμοι και απροετοίμαστοι χωρίς την έξωθεν αναγκαία βοήθεια, υποχρεώνονται να εγκαταλείψουν τον, ούτως ή άλλως, άνισο αγώνα. Η τουρκική διοίκηση, φοβούμενη γενικότερη εξέγερση, στέλνει από τα Γιάννενα τακτικό στρατιωτικό σώμα το οποίο καταπνίγει το κίνημα και οι χιλιάδες τουρκαλβανοί παρακινούμενοι από ληστρικά ένστικτα λαφυραγωγούν και πυρπολούν τα πάντα, καταστρέφοντας εκ θεμελίων τους Καλαρρύτες αλλά και το γειτονικό Συρράκο.
Η καταστροφή είναι ολοκληρωτική. Ζωές χάνονται περιουσίες λεηλατούνται, οικογένειες ξεκληρίζονται, άνθρωποι εκδιώκονται και καταντούν από άρχοντες διακοναραίοι. Οι Καλαρρύτες θα επιζήσουν μέσα από τα χαλάσματα, ο οικισμός θα αποκτήσει σταδιακά κάποιους μονίμους κατοίκους, αλλά δεν θα ξαναβρούν ποτέ την παλιά τους αίγλη, τη λάμψη, την οικονομική και πολιτιστική τους ευρωστία.
Ο γενικός χαλασμός ασφαλώς αποτέλεσε για τη συντριπτική πλειοψηφία των Καλαρρυτινών την αρχή του οριστικού τέλους μιας προνομιακής ζωής και εποχής. Για μερικούς όμως, που κατάφεραν να επιζήσουν και να εγκατασταθούν σε φιλόξενα μέρη εκτός Ηπείρου, υπήρξε η απαρχή αναγέννησης και μιας νέας δημιουργικής, ανοδικής πορείας στη ζωή.
Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η μετέπειτα πορεία της οικογένειας Λάμπρου, της οποίας η μοίρα είναι άμεσα συνδεδεμένη με την επανάσταση των Καλαρρυτών.
Ο γενάρχης της οικογένειας, Ιωάννης Λάμπρος, επιφανής έμπορος με αξιόλογη δραστηριότητα στη Νεάπολη της Ιταλίας και στα Γιάννενα, με την έναρξη της επανάστασης συλλαμβάνεται από τους Τουρκαλβανούς και μεταφέρεται ως όμηρος στα Γιάννενα. Με τη αποτυχία του κινήματος κατηγορείται ως πρωταίτιος της επανάστασης και απαγχονίζεται. Από το σημείο αυτό αρχίζει η οδύσσεια αλλά και η αρχή μιας νέας πορείας για την οικογένεια Λάμπρου.
Η χήρα τού Ιωάννη Λάμπρου με τον περίπου διετή  γυιό της Παύλο μετά από πολλές περιπέτειες φυγαδεύτηκε στην Κέρκυρα, όπου βρήκε άσυλο. Σε μικρό χρονικό διάστημα η μητέρα του πεθαίνει και ο ορφανός από δυο γονείς Παύλος βρίσκει προστασία στον θείο του Απόστολο Ν. Παπαγεωργίου, χρυσοχόο, στη Χαλκίδα.
Από το θείο του αυτόν έμαθε ο Παύλος Λάμπρος το επάγγελμα του χρυσοχόου και του χαράκτη, το οποίο άσκησε στην Κέρκυρα μαζί με τον Ζακύνθιο Διονύσιο Φραγκόπουλο, την κόρη του οποίου, Γεωργία, έλαβε ως σύζυγό του. Απέκτησαν πέντε τέκνα, εκ των οποίων το τρίτο, ο Σπυρίδων Λάμπρος, είναι ο γνωστός ιστορικός, Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μετέπειτα Πρωθυπουργός της Ελλάδας
Ο Παύλος Λάμπρος αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση προικισμένου ανθρώπου του οποίου η ιστορία και η προσφορά στην τέχνη, την επιστήμη και την κοινωνία δεν είναι πολύ γνωστή. Παρά το γεγονός ότι δεν σπούδασε επιδόθηκε στη συλλογή και τη μελέτη νομισμάτων και διακρίθηκε παγκοσμίως στον τομέα της νομισματολογίας μέσα από το συγγραφικό του έργο και τις πολύ αξιόλογες πραγματείες που δημοσίευσε στην ελληνική, στη γαλλική και στη γερμανική γλώσσα, αρχικά στην Κέρκυρα και από το 1860 στην Αθήνα, όπου είχε εγκατασταθεί.
Οι συλλογές αρχαίων νομισμάτων του Παύλου Λάμπρου ήταν σημείο αναφοράς κατά την εποχή του, τα δε μεσαιωνικά του νομίσματα συνέθεταν μια από τις πλουσιότερες συλλογές της Ευρώπης. Η κύρια νομισματική του συλλογή αποτέλεσε μάλιστα, μαζί με αυτή των Ζωσιμάδων, τον πυρήνα για την ίδρυση του Νομισματικού Μουσείου της Ελλάδος. Πέθανε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 1887 αφήνοντας πίσω του ένα πλούσιο συλλεκτικό, επιστημονικό, κοινωνικό έργο αλλά και άξιους απογόνους.
Ο Παύλος Λάμπρος ήταν πολύ αξιοσέβαστο και έγκριτο πρόσωπο της αθηναϊκής κοινωνίας και αυτό αποδεικνύεται από την νεκρολογία του στην εφημερίδα (Νέα Εφημερίς,) όπου στο φύλλο της 13/10/1887 μεταξύ των άλλων αναγράφεται: «Χθες την 3 μ.μ. εγένετο η κηδεία του σεβαστού συμπολίτου μας Παύλου Λάμπρου εκ της επί της οδού Σταδίου μεγάλης οικίας αυτού. Εις την κηδείαν ταύτην ηκολούθησε μέγα μέρος της κοινωνίας των Αθηνών εκ των εκλεκτοτέρων αυτής τάξεων, παρ’ αις ο τεθνηκώς κατείχεν από χρόνων την εξαίρετον θέσιν του· μεταξύ των ακολουθησάντων διεκρίνοντο υπουργοί, βουλευταί, διάφοροι έγκριτοι πολιτευόμενοι, ων ήτο φίλος, ο πρύτανις του πανεπιστημίου και πολλοί καθηγηταί, τραπεζίται, έμποροι μεθ’ ων απάντων διετέλει εις φιλικωτάτας σχέσεις, κοινωνικώτατος υπάρξας. Εις τον οίκον προσήλθε και ο κ. πρωθυπουργός».
Όλα τα τέκνα του Παύλου Λάμπρου διέπρεψαν σε διαφόρους τομείς, για λόγους οικονομίας χρόνου θα αναφερθώ μόνον στον επιφανέστερο εξ αυτών, τον πολύ γνωστό Σπυρίδωνα Λάμπρο.



Ο Σπυρίδων Λάμπρος

Ο Σπυρίδων Λάμπρος γεννήθηκε στις 8 Απριλίου 1851 στην Κέρκυρα, όπου και διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα, τη δε εγκύκλιο παιδεία ολοκλήρωσε στην Αθήνα κάτω από άριστες προϋποθέσεις. Αρκεί να αναφερθεί ότι νουνός και δάσκαλός του υπήρξε, ένας από τους επιφανέστερους Έλληνες λόγιους, ο ιστοριοδίφης Ανδρέας Μουστοξύδης. Σε μικρή ηλικία έδειξε τη μεγάλη κλίση του στις ξένες γλώσσες και έμαθε να μιλά και να γράφει άριστα Ιταλικά, Γαλλικά, Γερμανικά και Αγγλικά. Στη συνέχεια έκανε μακροχρόνιες συστηματικές σπουδές στη χώρα μας και στην Ευρώπη (1867-75). Επιγραμματικά αναφέρω: Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και μετεκπαίδευση στα πανεπιστήμια του Βερολίνου και της Λειψίας, στο Παρίσι, στο Λονδίνο και στη Βιέννη, όπου ανακηρύχθηκε διδάκτορας. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα αρχίζει η πανεπιστημιακή-ακαδημαϊκή του καριέρα: υφηγητής της ελληνικής ιστορίας και παλαιογραφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και τακτικός καθηγητής από το 1890. Αναγνωρισμένος από τους συναδέλφους του ανήλθε στις ανώτατες θέσεις του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής και Πρύτανης του Πανεπιστημίου, από το οποίο αποχώρησε το 1917 οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.
Ο Σπυρίδων Λάμπρος υπήρξε ακάματος ερευνητής και πολυγραφότατος συγγραφέας. Αρκεί να αναφέρουμε ότι στα 53 χρόνια της συγγραφικής του θητείας άφησε 479 έργα και πραγματείες. Είναι ο πρώτος που το 1880 με εντολή της Ελληνικής Βουλής, ερεύνησε τις βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους και κατέγραψε περίπου 6.000 χειρόγραφα, από 20 βιβλιοθήκες των μονών. Θεωρείται συνεχιστής του έργου των ιστορικών Σπυρίδωνα Ζαμπέλιου και Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, ανήκει δηλαδή στους θεμελιωτές της ιστορικής επιστήμης στην Ελλάδα και υπήρξε ο διαμορφωτής του ελληνικού ιστορισμού.
Εκτός από τα επιστημονικά υπήρξε και δραστηριότατος στον οργανωτικό τομέα. Πρωτεργάτης της ίδρυσης της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός, ισόβιος εταίρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας, του Συλλόγου προς διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και σχεδόν όλων των μεγάλων κοινωφελών σωματείων της Ελλάδος. Έτυχε επίσης πολύ σημαντικών διεθνών διακρίσεων: εκλέχτηκε μέλος της Ακαδημίας του Βερολίνου, της Βαρκελώνης, της Ρώμης, του Μονάχου, της Μαδρίτης, της Κων/λεως, της Πετρουπόλεως και πολλών άλλων επιστημονικών εταιρειών και σωματείων.
Ο Σπυρίδων Λάμπρος υπήρξε και άριστος οικογενειάρχης. Παντρεύτηκε στις 10 Οκτωβρίου 1880 την Άννα Μπαλάνου, κόρη του δικηγόρου και βουλευτή Αριστείδη Μπαλάνου, από την ιστορική Γιαννιώτικη οικογένεια των Μπαλάνων και απόκτησε δύο κόρες, την Χαρίκλεια μετέπειτα σύζυγο Κ. Μαλάμου και την Λίνα σύζυγο Παναγή Τσαλδάρη (πρώτη γυναίκα Υπουργό της Ελλάδος).
Μιμούμενες το παράδειγμα του πατέρα τους οι δύο θυγατέρες του Σπυρίδωνα. Λάμπρου δεν υστέρησαν σε φιλοπατρία και αγάπη προς την πόλη των Ιωαννίνων προσφέροντας την τεράστια και ανεκτίμητη βιβλιοθήκη του στη Ζωσιμαία Βιβλιοθήκη Ιωαννίνων.
Παράλληλα με την επιστημονική του δραστηριότητα, ο Σπυρίδων Λάμπρος είχε ενεργό συμμετοχή σε ποικίλες κοινωνικές, καλλιτεχνικές και εθνικές εκδηλώσεις. Η ανάμειξή του όμως «έμμεσα» στην πολιτική, κατά την εκρηκτική περίοδο του εθνικού διχασμού, στάθηκε κυριολεκτικά μοιραία γι αυτόν. Το 1916 ύστερα από πρόσκληση του τότε βασιλιά Κωνσταντίνου σχηματίζει κυβέρνηση και αναλαμβάνει Πρωθυπουργός έως τις 17 Απριλίου 1917. Μετά την απομάκρυνση του Κωνσταντίνου και όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση ο Ελευθέριος Βενιζέλος, στη δίνη των πολιτικών παθών της εποχής, παύτηκε από τη θέση του Πρωθυπουργού, η περιουσία του δημεύθηκε και εξορίστηκε στην Ύδρα και στη Σκόπελο. Το Μάρτιο του 1919 του επιτράπηκε να επιστρέψει στην Αθήνα, καθώς ήταν βαριά άρρωστος, τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό με αστυνομική επιτήρηση μέχρι το θάνατό του στις 20 Μαρτίου του 1919.
Η δίωξη και δυστυχώς η απώλεια του Σπυρίδωνος Λάμπρου ήταν αποτέλεσμα χρονικών συγκυριών και της πολιτικής εμπάθειας κατά την τριετίαν 1917-20. Χάθηκε έτσι πρόωρα ένας διεθνούς φήμης επιστήμων, ακαδημαϊκός δάσκαλος, ερευνητής, ένας αγνός πατριώτης με μοναδική προσωπικότητα και προσφορά στα κοινά. Ασφαλώς όμως δεν χάθηκε τίποτε από την επιστημοσύνη, την αίγλη, τη λάμψη, το κύρος του Σπυρίδωνα Λάμπρου. Είναι και θα είναι πάντοτε παρών με το πολυσήμαντο και τεράστιο έργο του, την προσωπικότητα και την προσφορά του για να μας διδάσκει ιστορία, ευπρέπεια, πατριωτισμό, τιμιότητα, ανεξικακία και μετριοφροσύνη. Το όνομά του έχει γραφτεί και παραμένει ανεξίτηλα εγχάρακτο στις σελίδες της Ελληνικής ιστοριογραφίας.
Η οικογένεια Λάμπρου, στην οποία αναφερθήκαμε με αφορμή την 193η επέτειο της επανάστασης των Καλαρρυτών, αποτελεί βέβαια μόνο μια περίπτωση από τις ευάριθμες των Καλαρρυτινών οικογενειών, τα επιφανή μέλη των οποίων προσέφεραν και δόξασαν αυτόν τον τόπο.
Σε όλους αυτούς, εμείς οι μεταγενέστεροι, οφείλουμε σεβασμό και ευγνωμοσύνη και έχουμε το χρέος να τους θυμόμαστε, να διδασκόμαστε από το παράδειγμά τους και να τιμάμε εσαεί τη μνήμη τους.


ΚΑΛΑΡΡΥΤΕΣ,Οδηγός,ιστορία-αξιοθέατα-περιηγήσεις


ΚΑΛΑΡΡΥΤΕΣ,Οδηγός,ιστορία-αξιοθέατα-περιηγήσεις

Οι Καλαρρύτες είναι ένα παραδοσιακό χωριό, όπου κυριαρχούν η πέτρα, τα όμορφα αρχοντικά, τα άφθονα νερά, οι πέτρινες βρύσες και τα παραδοσιακά καλντερίμια. Μέσα στο χωριό δεν κυκλοφορούν αυτοκίνητα.
Διαθέτει μια πολύ γραφική πλατεία, αμφιθεατρικά χτισμένη σα να είναι ανοιχτό υπαίθριο θέατρο. Στην πλατεία θα βρούμε και το συμπαθητικό μαγαζάκι της Κατερίνας, με δωράκια, επάργυρα, εικονίσματα, ξυλόγλυπτα αλλά και λικεράκια και γλυκά του κουταλιού. Επίσης στην πλατεία βρίσκεται και η προτομή του Καλαρρυτινού πρωθυπουργού Σπυρίδωνα Λάμπρου. Λίγο πιο πέρα θα ανακαλύψουμε (όπως και στο Συρράκο) και το Ναό του Αγίου Νικολάου. Το καμπαναριό είναι μεταγενέστερο και είναι δωρεά της οικογένειας Φασούλα.
Οι Καλαρρυτινοί φημίζονταν ιδιαίτερα για τις εξαιρετικά υψηλές επιδόσεις τους στην τέχνη της αργυροχοΐας. Δεν είναι μυστικό ότι ο παγκοσμίου εμβέλειας οίκος BVLGARI οφείλει την επιτυχία του στον ιδρυτή της επιχείρησης, τον Καλαρρυτινό Βούλγαρη. Αντίστοιχα το ίδιο συνέβη και με τον οίκο Nessi, που ιδρύθηκε από την οικογένεια Νέσση με ρίζες στους Καλαρρύτες.

Θέση, Πρόσβαση, Χλωρίδα και Πανίδα
Θέση
Οι Καλαρρύτες βρίσκονται στις δυτικές πλαγιές της γεωτεκτονικής ζώνης της οροσειράς της Πίνδου του Νομού Ιωαννίνων στην Ήπειρο, σε υψόμετρο 1200 μ. Εντάσσονται γεωγραφικά στην περιοχή των Τζουμέρκων. Το κύριο στοιχείο της περιοχής είναι οι ορεινοί όγκοι που περιβάλλουν την κοινότητα, δηλαδή του Περιστερίου (Λάκμος) 2285 μ. και των Τζουμέρκων (Αθαμανικά όρη) 2429 μ. Οι Καλαρρύτες είναι κτισμένοι στο χείλος της απότομης χαράδρας που καταλήγει στον ποταμό Καλαρρύτικο, σε υψόμετρο 1200 μ. Απέναντι, στα νοτιοδυτικά του χωριού, βρίσκεται η πλαγιά που ονομάζεται Πουλιάνα. Αν το βλέμμα στραφεί προς τα νότια, θα δει τα βουνά των Τζουμέρκων μέχρι το χωριό Πράμαντα.
Πρόσβαση – αποστάσεις  Για να φτάσουμε στους Καλαρρύτες έχουμε τρεις επιλογές :
Από τα Ιωάννινα – 56 χιλ.  (1 ½ ώρα) Διαδρομή : Ιωάννινα – Πετροβούνι – Παλαιοχώρι – Κηπίνα – Καλαρρύτες. (Τον πρώτο δρόμο από τα Γιάννενα προς τους Καλαρρύτες διάνοιξε ο Αλή πασάς, ο οποίος παραθέριζε εκεί λόγω του καλού κλίματος και των προσωπικών σχέσεων που είχε με τους προύχοντες του χωριού).
 Από την Άρτα – 82 χιλ.   (1 ¾ ώρες) Διαδρομή : Άρτα – Γραμμενίτσα – Πιστιανά – Ροδαυγή – Πλατανούσα – Μονολίθι – Άγναντα – Πράμαντα – Κηπίνα – Καλαρρύτες.
 Από την Καλαμπάκα της Θεσσαλίας – 96 χιλ.   (2 ½ ώρες)
Διαδρομή : Μουργκάνι – Καστανιά – Ασπροπόταμος – Ανθούσα – Κορυφή Μπάρου (2190 μ.) – Καλαρρύτες. (Ο οδικός άξονας από Θεσσαλία είναι και ο λόγος εγκατάστασης των πρώτων κατοίκων της περιοχής, που κατέλαβαν τις οχυρές θέσεις και έκαναν οικισμούς. Οι χαράδρες των παραποτάμων του Άραχθου αποτελούν τις διόδους επικοινωνίας της Ηπείρου με τη Θεσσαλία.)  Οι δρόμοι, ασφαλτοστρωμένοι από τα Ιωάννινα και την Άρτα, είναι ανοιχτοί όλο το χρόνο. Από τη Θεσσαλία ο δρόμος είναι ανοιχτός από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο. Στα τελευταία 22 χλμ. εκτελούνται εργασίες ασφαλτόστρωσης. Δημόσια συγκοινωνία υπάρχει μόνο τους μήνες Ιούλιο – Αύγουστο, κάθε Τρίτη, τηλ. 26510 25014. Τα αυτοκίνητα δεν μπαίνουν μέσα στον οικισμό. Η απόσταση για το κέντρο και τους ξενώνες είναι 5 ως 7 λεπτά.
Υπάρχουν τέσσερις θέσεις στις οποίες οι επισκέπτες μπορούν να αφήνουν τα αυτοκίνητά τους :
Στη θέση Γκόντρο, στην ανατολική είσοδο του χωριού
Στη θέση Τσιόρα, στις ΒΑ παρυφές του χωριού
Στη θέση Άργι, στη ΒΔ πλευρά
Στη θέση Πλάκα δυτικά

Κλίμα – Φύση
 Το κλίμα της περιοχής χαρακτηρίζεται από τον ψυχρό ως δριμύ και παρατεταμένο χειμώνα, σύντομη άνοιξη και από θερμό, πλούσιο σε βροχές καλοκαίρι, με παρατεταμένο φθινόπωρο. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των Καλαρρυτών είναι το ξηρό, χωρίς καθόλου υγρασία, κλίμα τους. Χλωρίδα Οι απόκρημνες πλαγιές της χαράδρας του Καλαρρύτικου ποταμού και της Πουλιάνας είναι χαρακτηριστικές της ιδιαίτερης φύσης των Καλαρρυτών. Ο τόπος γύρω από την κοινότητα, κυρίως στα νότια και νοτιοανατολικά, παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία από αυτοφυή δάση ελάτης και δάση από καρποφόρα δέντρα, αειθαλή η φυλλοβόλα : βαλανιδιές, κουμαριές, κερασιές ή αγριοκερασιές, φουντουκιές, μουριές, κουτσουπιές, φλαμουριές (φιλύρες), πλατάνια και ξηροπλατάνια, άγριες βαλανιδιές (άρμπορα), ρόμπολα ή μαλόκεντρα, πιτιτσέλια, καρυδιές, τσάπουρνες (από τον καρπό τους φτιάχνεται τσίπουρο) αλλά και αναρριχώμενα όπως κισσός, αγιόκλημα, αγριοτριανταφυλλιές, ιντερούασα ή αράχνη και με θαμνοειδή φυτά όπως η βατομουριά, το πουρνάρι, η ντρόγκα, το στριγκουάνι (σαν τον καπνό, πικρό σαν δηλητήριο), η λιπτούκα (δηλητηριώδες φυτό), η μαυραγκαδιά (από τους καρπούς της γίνεται κομπολόι). Ποικιλία φυτών με μικρή ανάπτυξη, στον ίσκιο των μεγάλων δέντρων, παρατηρείται σε όλες τις πλαγιές, όπως τα κόκκινα μανιτάρια, ο σπίντζος και το σαλέπι, η άγρια μέντα, το τσάι και το ψωμί του κούκου, το θρούμπι και η ρίγανη, τα μούσκλια και το σκορπίδι (χορτάρι που βγαίνει στον τοίχο και χρησιμοποιείται σε τσίμπημα σκορπιού). Μανουσάκια και άγρια ορχιδέα, αμάραντος και άσπρα ή κόκκινα κρινάκια, φτέρες, κουκουτσέλι και ζαμπάκια, όταν ανθίζουν γεμίζουν την περιοχή με ιδιαίτερη μυρωδιά και χρώμα και ολοκληρώνουν το οικοσύστημα της χλωρίδας των απόκρημνων πλαγιών των Καλαρρυτών. Αν σας αρέσουν τα λουλούδια ζητήστε να σας οδηγήσουν στον τόπο που φυτρώνει ο κίτρινος «βασιλικός», ο οποίος μπορεί να διατηρηθεί για πολλά χρόνια, αφού αποξηρανθεί. Η διαχρονικότητα της χλωρίδας των Καλαρρυτών είναι χαρακτηριστική, καθώς περιγράφεται περίπου με τον ίδιο τρόπο από τους περιηγητές Γ. Λήκ (W. Leak) και Φ. Κ. Πουκεβίλ ( F. C.Pouqueville) που επισκέφθηκαν το χωριό 200 χρόνια πριν. Χαρακτηριστικό επίσης γνώρισμα των Καλαρρυτών είναι τα καθαρά κρυστάλλινα νερά, που έχουν πηγές μέσα στο ίδιο το χωριό ή λίγο πιο πάνω από αυτό και πέφτουν με ορμή και δυνατό θόρυβο προς τη φυσική τους κατάληξη, τον ποταμό Καλαρρύτικο ή Χρούσια. Στις πηγές τους έχουν χτιστεί περίκαλες παραδοσιακές βρύσες. Στα κηπάρια των σπιτιών, με τη λίγη γη, καλλιεργούνται ανάλογα με την εποχή όλων των ειδών τα κηπευτικά και χορταρικά – ζόχια, πουρτσέλια, ουράκλια, ραδίκια, νάνες, αλεπρίλι – και άλλα που χρησιμοποιούνται στις νόστιμες χορτόπιτες, άγριο σπαράγγι (μπουρντένα) και πικρό σπαράγγι (οβριές). Τα καλοκαίρια οι κάτοικοι δροσίζονται στη σκιά της αναρριχώμενης Ζαμπέλας, κληματαριάς που συναντάμε σχεδόν σε κάθε αυλή της κοινότητας. Παλιότερα στα βόρεια και ανατολικά της κοινότητας καλλιεργούσαν κριθάρι και σιτάρι που το άλεθαν στους μύλους, που υπήρχαν και υπάρχουν στην κοινότητα αλλά και κοντά στις όχθες του ποταμού. Καστανιές, πλατάνια και καρυδιές είναι τα δέντρα που βρίσκονται μέσα αλλά και στις παρυφές των Καλαρρυτών. Μουριές και φλαμουριές συμπληρώνουν τη βλάστηση καθώς επίσης και τα φημισμένα για τη γεύση και τη μυρωδιά τους τσάι και ρίγανη που τα βρίσκουμε κοντά στα εξωκκλήσια της Αγίας Παρασκευής και του Προφήτη Ηλία.  Πανίδα Πτηνά : Η περιοχή παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία πτηνών. Πολλά πτηνά είναι μέρος της άγριας πανίδας της περιοχής : κοτσύφια και πέρδικες, μπεκάτσες και τσαλαπετεινοί, ξηροκόκοτες και μπουφοτσίνια, Τζάνες, τσίτσιδες και πετροχελίδονα, καρδερίνες (στραγαλίνες), ορτύκια (πίσπουρδες), τσίχλες, κίσσες, σταυραετοί και γεράκια, αερογάμηδες (είδος γερακιών), σουσουράδες ή κωλοσούσες (γκαναβουστρίνια), σιταρήθρες και συκοφάγοι, γυπαετοί και άλλα.
                                         
Ζώα : Λύκοι και αγριόγατες, αλεπούδες και ασβοί, αρκούδες και λαγοί, άλογα και μουλάρια για μεταφορές, αγελάδες και γίδες συμβιώνουν στον περιβάλλοντα χώρο. Σήμα κατατεθέν της κοινότητας είναι το πρόβατο με την ονομασία μπούτσικο, το οποίο είναι καλαρρυτινή ποικιλία, προστατευόμενη και επιδοτούμενη από την Ευρωπαϊκή Ένωση.  Ερπετά : Στην κατηγορία των ερπετών τα φίδια της περιοχής έχουν τη δική τους ποικιλία. Η οχιά του λιβαδιού συμπεριλαμβάνεται ως σπάνιο στο κόκκινο βιβλίο των απειλούμενων σπονδυλόζωων της Ελλάδας. Η βιδρογαλιά, ο αστρίτης και οι σαγρές, τα σαλιγκάρια (κοχλιοί), οι σαύρες και οι σαλαμάνδρες ενδημούν στην κοινότητα, μάλιστα σε μεγάλες ποσότητες.  Ψάρια : η καλαρρυτινή, με κόκκινες βούλες πέστροφα του Καλαρρύτικου ποταμού, είναι ένα από τα δέκα είδη ιχθυοπανίδας που ζούν στα ποτάμια της περιοχής.  Κάθε χρόνο το υδάτινο οικοσύστημα των Καλαρρυτών εμπλουτίζεται με γόνο πέστροφας ίδιας ποικιλίας. Kαλαρρύτες. Στο πέρασμα του χρόνου... Από την αρχαιότητα ως τον 20ο αιών
Αρχαιολογικά κατάλοιπα
Οι δίοδοι επικοινωνίας με τη Θεσσαλία ήταν και η αιτία που τούτος ο τόπος κατοικήθηκε από τους αρχαίους χρόνους ως σήμερα. Τα αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν ότι, από την εποχή του χαλκού, κάτοικοι βρέθηκαν σε αυτή την περιοχή. Στην αρχαιολογική θέση ΑΒΑΤΟΣ, που βρίσκεται Β.Α. των Καλαρρυτών στην απόκρημνη πλαγιά από την πλευρά του ποταμού Καρλίμπου, παραπόταμου του Καλαρρύτικου, έχουν βρεθεί λείψανα τείχους αρχαίας μικρής πόλης. Πιθανολογείται ότι πρόκειται για την αρχαία πόλη της Αθαμανίας Άκανθα/ος. Διακρίνονται επίσης μια πύλη και πύργος. Κατ' άλλους πρόκειται για φυλάκιο ελέγχου της διάβασης. Έξω από το τείχος διατηρείται θεμέλιο ορθογώνιου κτιρίου με διαστάσεις 13,5 x 11 μ. με μεσοτοιχία και συλημένο (από τις αρχές του 20ου αιώνα) νεκροταφείο με κιβωτιόσχημους τάφους, γεγονός που δείχνει μόνιμη εγκατάσταση ανθρώπων με οικονομικές, κοινωνικές και θρησκευτικές δραστηριότητες. Στο ψηλότερο σημείο του Άβατου σώζεται μικρή ωοειδής δεξαμενή. Το 1917 βρέθηκε χάλκινο άγαλμα βοός, στο δε αρχαιολογικό μουσείο Ιωαννίνων παραδόθηκε χέρι χάλκινου ειδωλίου. Η απόσταση από την κοινότητα είναι περίπου 1 ώρα βάδην. Ο αρχαιολογικός χώρος δεν είναι οργανωμένος και η πρόσβαση είναι δύσκολη, αν δεν διαθέτει κανείς υπομονή και επιμονή για τον εντοπισμό των αρχαιολογικών κατάλοιπων.

Χρονολόγιο
10ος – 12ος αι.
Ημινομαδική εγκατάσταση βλαχόφωνου ελληνικού πληθυσμού στην περιοχή των Καλαρρυτών.
13ος – 14ος αι.
Μόνιμες εγκαταστάσεις Βλάχων κατοίκων στην κοινότητα.
1430
Υποταγή της πόλης των Ιωαννίνων στους Οθωμανούς.
1478
Ειρηνική συνθηκολόγηση των Καλαρρυτών με τους Οθωμανούς – Υπαγωγή στη Βαλιδέ Σουλτάνα – Διοικητικά και οικονομικά προνόμια.
1480
Ανέγερση Ιερού Ναού Αγίου Νικολάουστους Καλαρρύτες.
1700 - 1750
Η τέχνη της αργυροχοΐας στην κοινότητα.
1760
Εγκατάσταση Καλαρρυτινών εμπόρων στα Ιωάννινα και σε
                                         
πόλεις της Ιταλίας.
1788
Διορισμός του Αλή πασά ως διοικητή των Ιωαννίνων.
1821, 10 Ιουλίου
Επανάσταση Καλαρρυτών. Καταστροφή και ερήμωση του οικισμού.
1822, 1826
Οθωμανικές διαταγές (μπουγιουρντί) για επιστροφή των κατοίκων.
1828
Μερική επιστροφή των κατοίκων – λειτουργία σχολείου.
1854
Επανάσταση Ηπείρου - Θεσσαλίας
1881
Απελευθέρωση νομού Άρτας – Καλαρρυτών. Προσάρτηση στην ελεύθερη Ελλάδα.
1882 - 1913
Δήμος Καλαρρυτών. Διοικητικό κέντρο (σχολείο, ειρηνοδικείο, τελωνείο, αστυνομικό τμήμα) – Οικοδόμηση νέων οικιών.
1906
Σύσταση Ηπειρωτικής Εταιρίας – Καλαρρύτες – Πρόεδρος  30ουτμή ματος ο Γεώργιος Ζάγκλης ή Σταμάτης.
1913
Απελευθέρωση των Ιωάννινα από τους Τούρκους.
1925
Κοινότητα με τον οικισμό Κηπίνας. Προσάρτηση των Καλαρρυτών στο νομό Ιωαννίνων.
1914 - 1935
Μετανάστευση και αστυφιλία. Ερήμωση της κοινότητας.
1940 - 1950
Β’ Παγκόσμιος πόλεμος. Αντίσταση – Εμφύλιος. Πύκνωση πληθυσμού. Καταστροφές και πυρπολήσεις στον οικισμό από τους Γερμανούς κατακτητές.
1950 - 1960
Αστυφιλία και ετανάστευση των κατοίκων χωρίς αναστροφή. Εγκατάσταση κατοίκων σε αστικά κέντρα (Ιωάννινα, Λάρισα, Άρτα, Αθήνα).
1975
Ανακήρυξη του οικισμού ως διατηρητέου.
                                         
Ιστορική αναδρομή (Βυζάντιο - Τουρκοκρατία) Δύο είναι οι λόγοι μόνιμης εγκατάστασης των ελληνόφωνων Βλάχων στα ορεινά της Πίνδου. Πρώτον, τα περάσματα, δηλαδή οι δίοδοι επικοινωνίας μεταξύ Θεσσαλίας και Ηπείρου (Άρτας, Ιωαννίνων) αλλά και Ακαρνανία. Κατά συνέπεια και οι οχυρές θέσεις του τόπου, ανάμεσα στις οποίες και οι Καλαρρύτες αλλά και άλλες βλαχόφωνες κοινότητες, που ελέγχουν τις χαράδρες των παραποτάμων του Άραχθου.  Δεύτερον, τα εκτεταμένα βοσκοτόπια για την ενασχόλησή τους με την κτηνοτροφία. Μετά την πρώτη ημιμόνιμη εγκατάσταση κατοίκων στους Καλαρρύτες ο πληθυσμός αυξάνεται με βλαχόφωνους που καταφεύγουν εκεί για να διασωθούν από την τουρκική καταδίωξη, από πολλές περιοχές της Ηπείρου και από τη Θεσσαλία. Υπάρχουν ενδείξεις ότι Βλάχοι υπήρχαν εγκατεστημένοι σε σταθερούς οικισμούς, συνδεδεμένοι με την αγροτοκτηνοτροφική ζωή και ενταγμένοι στη Βυζαντινή οικονομική διάρθρωση, από τον 12ο και 13ο αιώνα. (Δείγμα μόνιμης εγκατάστασης κατοίκων στο χώρο είναι και η ανέγερση του ναού του Αγίου Νικολάου, το 1480). Ως τμήμα του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1204 – 1430) αλλά και αργότερα, παρά την υποταγή των Ιωαννίνων στους Τούρκους το 1430, οι Καλαρρύτες θα παραμείνουν ως ανεξάρτητος πυρήνας μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία ως το 1478. Δύο ήταν οι λόγοι που προτίμησαν την ειρηνική συνθηκολόγηση, αφενός η ανάγκη μετακίνησης, λόγω της νομαδικής ζωής, σε νοτιότερα μέρη και αφετέρου η στρατηγική θέση των δύο οικισμών, Καλαρρυτών και Συρράκου, γεγονός που επέβαλλε ενιαία μεταχείριση εκ μέρους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αφού τέθηκαν υπό την προστασία της Βαλιδέ Σουλτάνας (βασιλομήτορος) τους χορηγούνταν προνόμια, όπως αυτοδιοίκηση και ετήσια μερική φοροαπαλλαγή. Η προνομιακή αυτή μεταχείριση περιορίζει ως ένα βαθμό τις αυθαιρεσίες της Οθωμανικής διοίκησης, που ασκεί μόνο επίβλεψη μέσω του Τούρκου αξιωματούχου της περιοχής, του σούμπαση. Όμως λέγεται ότι δεν αποφεύγουν το 1560 το παιδομάζωμα. Τότε παίρνουν από το χωριό μερικά παιδιά, τα οποία όταν μεγάλωσαν επιστρέφουν στο χωριό ως σπαχήδες, όπου δημιουργούν ποικίλα ζητήματα απαιτώντας να παντρευτούν Καλαρρυτινές. Οι Καλαρρύτες προσφεύγουν στη Βαλιδέ Σουλτάνα και με διαταγή της οι σπαχήδες φεύγουν από το χωριό και εγκαθίστανται, μετά από περιπλανήσεις, στη Βέλτιστα Τρικάλων, κατ’ άλλους δε στα Τρίκαλα, Καρδίτσα και Καστανιά, όπου αποκαλούνται Βλαχότουρκοi. 18ος – 19ος αιώνας Οι Καλαρρύτες γνωρίζουν τη μεγαλύτερη οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη από τα μέσα του 18ου μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα (1750 - 1821). Τα προνόμια εξασφαλίζουν στους κατοίκους ποιότητα ζωής και ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων και εμπορικών συναλλαγών, που συμβάλλουν στην πύκνωση του πληθυσμού, με την εγκατάσταση βιοτεχνών από άλλες περιοχές. Η ανάπτυξη του εμπορίου έχει ως συνέπεια, σύμφωνα με τον W. Leak, την εγκατάλειψη της καλλιέργειας της γης και την εισαγωγή ειδών διατροφής από την Άρτα, τα Τρίκαλα και τα Ιωάννινα. Οι εισαγωγές διατροφικών ειδών αποτελούν ένδειξη αναβάθμισης της οικονομίας της κοινότητας. Οι Καλαρρυτινοί επιδίδονται στην επεξεργασία των πρώτων υλών που προέρχονται από την κτηνοτροφία και ασχολούνται με την εριουργία, η οποία με τον καιρό αναπτύσσεται σε σημαντική βιοτεχνική παραγωγή μάλλινων ειδών. Μεταξύ αυτών είναι και το μάλλινο ύφασμα από το οποίο κατασκευάζονται οι γνωστές κάπες, ποιμενικές και ναυτικές, οι οποίες αποτελούν ένα εμπορικό είδος που γίνεται ευρύτατα εξαγώγιμο, όταν ανοίγει η αγορά για τους ναυτικούς, και χρησιμοποιούνται σε όλη τη Μεσόγειο (Ισπανία, Ιταλία, Μάλτα, Τουρκία, Γαλλία). Με τις μετακινήσεις των ποιμένων, εκτός από τον ποιμενισμό των ζώων, γίνεται πώληση και ανταλλαγή κτηνοτροφικών προϊόντων στη Θεσσαλία και την Ήπειρο μέχρι την Αιτωλοακαρνανία. Παράλληλα, η γνώση του ορεινού τόπου και των χερσαίων οδικών δικτύων θα στρέψει ορισμένους κατοίκους να οργανώσουν συστήματα μεταφορών με τους κυρατζήδες, τα γνωστά καραβάνια, τα οποία εξυπηρετούν και συμβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη του εμπορίου. Στους Καλαρρύτες, εκτός από τους κτηνοτρόφους, συναντούμε και πολλούς πραματευτάδες – εμπόρους, οι οποίοι επιδίδονται κατ’ αρχάς στο εμπόριο ακατέργαστων δερμάτων και ήδη από τον 18ο αιώνα βιοτεχνικά προϊόντα τους όπως μάλλινα υφάσματα, εξάγονται στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης. Στο τέλος τους 18ου αιώνα, οργανώνεται ένα πολύ καλό εμπορικό δίκτυο για τα προϊόντα στις ευρωπαϊκές αγορές, που διακινούν κυρίως Καλαρρυτινοί έμποροι. Στην Ιταλία ανοίγουν πολλοί εμπορικοί οίκοι: ο Γεώργιος Δουρούτης στην Ανκόνα και τη Νάπολη, ο αδελφός του, Χρήστος Δουρούτης, στην Τεργέστη, οι αδερφοί Σταματάκη, οι αδερφοί Μπαχώμη και ο Κ. Παράσχος στο Λιβόρνο, οι αδερφοί Τούρτουρο στη Βενετία, η οικογένεια Σγούρου στο Λιβόρνο και στην Ισπανία κι οι αδερφοί Λάμπρου στη Νάπολη. Εκτός από το εξωτερικό, οι περισσότεροι έχουν και εμπορικά καταστήματα στα Ιωάννινα, όπου προοδεύουν τόσο, ώστε οι Γιαννιώτες έμποροι να διαμαρτύρονται, γιατί το εμπόριο πέρασε στα χέρια των Καλαρρυτινών. Οι φτωχότερες οικονομικά τάξεις ασχολούνται με τη ραπτική. Οι περίφημοι τερζήδες, εφάμιλλοι των Γιαννιωτών, κεντούν τις χρυσοποίκιλτες στολές της εποχής για Έλληνες και Τουρκαλβανούς και κατέχουν περιφανή θέση σε αυτό το επάγγελμα. Παράλληλα ασχολούνται με τη ραπτική της κάπας και μένουν γνωστοί ως καποραφτάδες. Ένα τμήμα του πληθυσμού, που επίσης δεν έχει οικονομικά κεφάλαια για να ασχοληθεί με το εμπόριο, ασχολείται με την ασημουργία. Οι Καλαρρύτες γίνονται ένα από τα σπουδαία κέντρα κατασκευής προϊόντωναργυροχοΐας. Η ασημουργική τέχνη περνά από τα Ιωάννινα στον τόπο τους στις αρχές του 18ου αιώνα και την εξασκούν με ανυπέρβλητη δεξιοτεχνία, εφάμιλλη αυτής των Γιαννιωτών. Στα εργαστήρια των Καλαρρυτών κατασκευάζονται ασημουργικά εκκλησιαστικά και κοσμικά καλλιτεχνήματα του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα. Πολλοί από αυτούς, που αποκαλούνται συνήθως χρυσικοί, γίνονται και πλανόδιοι τεχνίτες και έτσι εξαπλώνουν την τέχνη τους στη Βαλκανική, Μικρά Ασία, Αίγυπτο, Ιταλία και Αυστρία. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η τέχνη του ασημιού απλώνεται σε όλη την Ελλάδα και κυρίως στα Επτάνησα και την Ιταλία, αφού πολλοί τεχνίτες εγκαθίστανται σ’ αυτά τα μέρη πριν και μετά το 1821. Οικογένειες αργυροχόων όπως του Τσιμούρη στα Ιωάννινα και στους Καλαρρύτες, Μπάφα στη Ζάκυνθο, Παπαγεωργίου και Παπαμόσχου στην Κέρκυρα, Νέσση (Nessi) και Βούλγαρη (Bulgari) στην Ιταλία είναι μερικές από τις πιο γνωστές ως σήμερα. Η οικονομική ανάπτυξη είναι και η αιτία της διαμόρφωσης μιας κοινωνικής διαστρωμάτωσης με σαφή κοινωνικά και οικονομικά όρια, η οποία παράλληλα έχει εφαρμογή στα ήθη και έθιμα. Η οικονομική ευμάρεια του τόπου προάγει την πληθυσμιακή πύκνωση. Σύμφωνα με απογραφή του 1820, οι μόνιμοι κάτοικοι των Καλαρρυτών ανέρχονται στους 3.000, αριθμός σημαντικός αν σκεφτεί κανείς την ερήμωση που υφίστανται άλλες κοινότητες εκείνη την εποχή. Η οικονομική, πολιτιστική και οικιστική ανάπτυξη της κοινότητας συμβαδίζει με την πνευματική. Ο απόηχος του ελληνικού διαφωτισμού φθάνει μέχρι εδώ. Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, στο πλαίσιο των περιοδειών του (1770-1779) επισκέπτεται δυο φορές τους Καλαρρύτες. Στους λόγους του, επιμένει για σύσταση σχολείων και την εδραίωση της ελληνικής γλώσσας ανάμεσα στους βλαχόφωνους Έλληνες της περιοχής. Οι λόγοι του έχουν μεγάλη απήχηση και οι κάτοικοι διαθέτουν χρήματα αλλά και προσωπικά χρυσαφικά για την ίδρυση σχολείων στην τουρκοκρατούμενη Ήπειρο. Σχολείο λειτουργεί στους Καλαρρύτες και μνημονεύεται από το 1758. Το σχολείο κλείνει το 1821 και ανοίγει πάλι το 1828, με την επιστροφή των κατοίκων στην κοινότητα. Εκεί δίδαξαν ο Αναστάσιος Μπεκιάρης (1805-1812) και ο Καλαρρυτινός πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Σγούρος (1790), ο οποίος διδάχθηκε τα εγκύκλια γράμματα από τον Κοσμά Μπαλάνο στα Ιωάννινα και έγινε σχολάρχης στη σχολή των Καλαρρυτών. Υπέστη μαρτυρικό θάνατο το 1821 κατά την επανάσταση των Καλαρρυτών, αφού παραδόθηκε αυθόρμητα ως όμηρος, στην τουρκική φρουρά. Από τους Καλαρρύτες κατάγεται και ο Ιωάννης Βλαχογιάννης, ο οποίος δίδαξε στην Πρέβεζα και Πάργα και πέθανε το 1827, καθώς και ο Χριστ. Γκιούρτης, λόγιος του τέλους του 18ου αιώνα, που δίδαξε σε πολλές σχολές και κυρίως στο Γαλαξίδι. Οι στενές σχέσεις του Αλή πασά με την κοινότητα είναι το κύριο χαρακτηριστικό της ιστορίας της. Ο Αλή Πασάς διατηρεί στενότατους δεσμούς με τους προεστούς των Καλαρρυτών και ανοίγει τον πρώτο δρόμο από τα Ιωάννινα προς το χωριό, όπου και παραθέριζε. Στενός συνεργάτης του Αλή είναι ένας σημαντικός άνδρας, συνετός και φιλόπατρις, ο Καλαρρυτινός Γεώργιος Τουρτούρης, έμπορος στο επάγγελμα και μέλος της Φιλικής Εταιρίας. Ο Τουρτούρης διακρίθηκε ως συνεργάτης του Αλή, αφού ο ίδιος τον έστειλε ως αντιπρόσωπό του στις βρετανικές αρχές στη Μάλτα, ζητώντας να συμπράξουν οι Βρεττανοί στην κατάληψη της Αυλώνας. Επίσης, στάλθηκε στις γαλλικές αρχές στην Κέρκυρα για να διαπραγματευθεί την παράδοση της Πάργα|Πάργας. Οι περιηγητές W. Leak και F. Pouqueville, οι οποίοι επισκέφθηκαν την κοινότητα στις αρχές του 19ου αιώνα, αποτύπωσαν στα περιηγητικά τους κείμενα την ευνομία, τον πολιτισμό, τις ωραίες οικοδομές, την ακμή του εμπορίου, τους μορφωμένους ανθρώπους, που μιλούσαν ξένες γλώσσες και γνώριζαν τις τιμές των χρηματιστηρίων των μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων, καθώς και την ύπαρξη βιβλιοθηκών με αρχαία συγγράμματα και βιβλία στη γαλλική και ιταλική γλώσσα. Ο πρώτος αναφέρει μάλιστα ότι οι Καλαρρύτες διέθεταν για τις ανάγκες των κατοίκων μόνιμο ιατρό (Κερκυραίο). Ελάχιστες κοινότητες διέθεταν δικό τους γιατρό, ένδειξη του πολιτισμικού επιπέδου της κοινότητας την εποχή εκείνη. Όλες οι παραπάνω δημιουργικές ενασχολήσεις των κατοίκων οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Καλαρρύτες από τα μέσα του 18ου μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα παράγουν πολιτισμό, γεγονός που έχει κοινωνικό, οικονομικό και πολιτισμικό αντίκτυπο στην περιοχή αλλά και σε ολόκληρη την Ελλάδα, κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Αυτό συνέβη σε ελάχιστες κωμοπόλεις και πόλεις κατά την ίδια χρονική περίοδο. Η πολιτιστική και οικονομική ανέλιξη της κοινότητας είναι αποτέλεσμα και των προνομίων που δόθηκαν από τους Οθωμανούς, τα οποία διατηρούνται μέχρι το 1803, τότε που ο Αλή πασάς υποτάσσει το Σούλι και καταργεί τα προνόμια όλων των όμορων βλαχόφωνων κοινοτήτων. Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο ρωσοτουρκικός πόλεμος (1806) αναζωπυρώνει τα επαναστατικά κινήματα που έχουν σχέση και με την περιοχή των Καλαρρυτών, αφού οι Βλαχάβας, Δεληγιάννη και Στουρνάρης καταλαμβάνουν τα περάσματα του Μετσόβου και των Καλαρρυτών (1807) για να εμποδίσουν την επικοινωνία Ηπείρου – Θεσσαλίας. Εν τούτοις εξέγερση δεν γίνεται και ο Αλή πασάς ενισχύει τη θέση του. Η αρχή του τέλους της οικονομική και εμπορικής ευρωστίας της κοινότητας είναι η επανάσταση, μαζί με την γειτονική κοινότητα του Συρράκου, κατά των Τούρκων στις αρχές Ιουλίου του 1821. Μετά την πρώτη πολιορκία του Αλή στα Γιάννενα (1821), είχαν καταφύγει στους Καλαρρύτες πολλοί ευκατάστατοι Γιαννιώτες (χριστιανοί, Εβραίοι αλλά και Οθωμανοί) με αξιόλογη κινητή περιουσία. Η παρουσία 500 Αλβανών υπό τον Ιμπραήμ Πρεμέτη, που είχε σκοπό να μείνει ανοικτή η επικοινωνία μεταξύ των σουλτανικών στρατοπέδων των Ιωαννίνων και της Θεσσαλίας, δεν εμποδίζει την κήρυξη της επανάστασης. Αρχηγός στο Συρράκο είναι ο Ιωάννης Κωλέττης, ο μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδος, ενώ στους Καλαρρύτες ο Γεώργιος Τουρτούρης και ο Ιωάννης Ράγκος. Το Συρράκο καταλαμβάνεται μετά από ασθενή αντίσταση και καταστρέφεται. Στους Καλαρρύτες οι Αλβανοί συλλαμβάνουν προκρίτους ως ομήρους και οχυρώνονται σε σπίτια, αναμένοντας ενισχύσεις από τον Χουρσίτ πασά. Αυτός στέλνει δύναμη για την καταστολή, με επικεφαλής τον Χαμζά μπέη, που ενώνεται με τους άνδρες του Πρεμέτη. Οι κάτοικοι, όταν αντιλαμβάνονται ότι κάθε αντίσταση είναι μάταιη, παίρνουν μαζί τους ό,τι πολύτιμο μπορούν να μεταφέρουν και απομακρύνονται από το χωριό. Η εγκατάλειψη των περιουσιών συντείνει πολύ στη διάσωση των φυγάδων. Οι Οθωμανοί και οι Αλβανοί εκθεμελιώνουν το χωριό, λαφυραγωγούν και πυρπολούν τα πάντα, αλλά συγχρόνως δίνουν και ικανό χρόνο σ’ αυτούς που φεύγουν. Η καταστροφή είναι ολοκληρωτική                                                 
 Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του αναφέρει:
 Και χάλασαν τους Έλληνες και αφανίστηκαν οι δυστυχείς Καλαρρυτιώτες, οπόταν οι πλέον πλούσιοι σ’ εκείνα τα μέρη κι έμειναν διακονιαραίοι. Αφανίστηκαν αυτείνοι και ο τόπος τους ερήμαξε

Οι προνομιούχοι κάτοικοι θα μετατραπούν σε πρόσφυγες και θα καταφύγουν σε παραπλήσια μέρη όπως στη Ζάκυνθος|Ζάκυνθο, όπου στα τέλη του 18ου αιώνα είχαν ήδη μεταναστεύσει αρκετοί από αυτούς. Άλλοι θα καταφύγουν στο Μεσολόγγι, όπου θα συμμετάσχουν στην έξοδο του Μεσολογγίου, στην Αιτωλοακαρνανία, μέχρι την Αθήνα και τη Χαλκίδα. Στην Παραμυθιά καταφεύγει η οικογένεια Βούλγαρη, στην Κέρκυρα οι οικογένειες Παπαγεωργίου, Παπαμόσχου και Λάμπρου. Μερικοί πρόσφυγες, ρακένδυτοι και πεινασμένοι, φθάνουν στην Ανκόνα, όπου η εκεί Ελληνική παροικία θα τους προσφέρει από το κοινό της ταμείο οικονομική βοήθεια και περίθαλψη. Οι Καλαρρύτες γνωρίζουν πρωτοφανή ερήμωση, αφού στις παραμονές του 1821 αριθμούσαν περίπου 500 οικογένειες και στην απογραφή του  1831 παρουσιάζονται μόνο 26 από αυτές, οι περισσότερες από τις οποίες είναι φτωχές και χειροβίοτες. Οι δύο διαταγές (μπουγιουρντί) που εκδόθηκαν το 1822 και το 1826 (σώζονται στο αρχείο της κοινότητας) για αμνηστία και ασφαλή επιστροφή των κατοίκων δεν στάθηκαν ικανές να αποτινάξουν τον φόβο. Ο μικρός αριθμός των οικογενειών που επανακάμπτει κάνει μια νέα αρχή. Η ανασυγκρότηση γίνεται με δυσκολία και αργούς ρυθμούς. Ωστόσο το 1828 έχουμε την έναρξη λειτουργίας σχολείου. Τόσο μεγάλη ήταν η καταστροφή του χωριού, ώστε οι κάτοικοι να είναι επιφυλακτικοί σε κάθε νέα συμμετοχή σε επαναστατικά κινήματα, φοβούμενοι τα τουρκικά αντίποινα. Αυτός είναι ο λόγος που δεν λαμβάνουν μέρος στην επανάσταση Ηπείρου – Θεσσαλίας το 1854. Εξάλλου, συμμορίες Τουρκαλβανών, πριν και μετά την επανάσταση του 1854, λεηλατούν με κάθε μέσο τους χωρικούς όλης της Ηπείρου. Ο φόβος και η ανασφάλεια που επικρατούν κάνουν εξίσου δύσκολη την επιστροφή των εμπόρων και πολλοί είναι οι πρόσφυγες που δεν επιστρέφουν και εγκαθίστανται μόνιμα στα μέρη που τους υποδέχθηκαν. Καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η βιοτεχνική δραστηριότητα ακολουθεί πτωτική πορεία με μειωμένη παραγωγή σε ό,τι έχει σχέση με κατεργασία χρυσού και αργύρου, της κεντητικής και υφαντικής μάλλινων ειδών, αφενός μεν γιατί άλλα εμπορικά κέντρα στο βιλαέτι Ιωαννίνων και αφετέρου γιατί τα προϊόντα τους αποκλείονται από τις αγορές της νότιας Ελλάδας. Μια τρίτη παράμετρος είναι η χάραξη νέων οδικών αξόνων του διεθνούς εμπορίου, με αποτέλεσμα την ανατροπή των παραδοσιακών κέντρων πρωτοβιομηχανικής παραγωγής. Τα βοσκοτόπια, η μόνιμη και διαχρονική αξία του τόπου, είναι η αιτία που οι κτηνοτρόφοι οδηγούνται και πάλι στην ορεινή κοινότητά τους. Συνεχίζουν το ταξίδι τους ανάμεσα στα θερινά και χειμερινά βοσκοτόπια της Ηπείρου και της Θεσσαλίας και ζουν από την πώληση των γαλακτοκομικών προϊόντων, των δερμάτων, του μαλλιού και του κρέατος των ζώων. Πολλοί βρίσκουν εργασία στον τόπο της εποχικής μετανάστευσης και μένουν μόνιμα εκεί, αφού η περίοδος της οικονομικής και πολιτισμικής ανάπτυξης των Καλαρρυτών έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Κάποιοι διαμένουν, σπουδάζουν ή εργάζονται στα αστικά κέντρα, όπως τα Ιωάννινα, όπου ορισμένοι ασκούν το επάγγελμα του αργυροχόου. Στην κοινότητα επικρατεί η κτηνοτροφική οικονομία αντί της εμποροβιοτεχνικής του 18ου αιώνα. Η γεωργία αποτελεί συμπληρωματική απασχόληση για πολλούς κατοίκους. Από το 1870 και έπειτα διαπιστώνεται οικιστική ανάκαμψη, ως αποτέλεσμα της οικονομικής ανόδου αλλά και της εξοικονόμησης χρημάτων στους τόπους μετανάστευσης. Αρκετοί Καλαρρυτινοί επιστρέφουν και ανοικοδομούν τα παλιά τους σπίτια. Πολλά από τα σημερινά σπίτια, έχουν κτιστεί την τελευταία εικοσαετία του 19ου αιώνα. Μετά την προσάρτηση του νομού Άρτας στην ελεύθερη Ελλάδα, με τα σύνορα του Ελληνικού κράτους να φτάνουν ως τον Καλαρρύτικο ποταμό, ελευθερώνονται οι Καλαρρύτες το 1881. Στα πλαίσια της οργάνωσης του ελεύθερου κράτους, η κοινότητα μαζί με το Ματσούκι γίνεται ένας από τους τέσσερις δήμους της επαρχίας Τζουμέρκων, με πληθυσμό 1.843 άτομα σύμφωνα με την απογραφή του 1881. Οι Καλαρρύτες γίνονται διοικητικό κέντρο με ειρηνοδικείο Α’ τάξης, αστυνομικό σταθμό, υποτελωνείο (1882/3) και ταχυδρομική επιστασία, με πρώτο επιστάτη τον Ιωσήφ Μοναστηριώτη. Οι πρώτοι γιατροί της κοινότητας είναι ο Γεώργιος Ζάγκλης και ο Σπυρίδων Βενούκας. Πρώτος δήμαρχος εκλέγεται ο Αθανάσιος Μπισδούνης στις εκλογές του 1883. Ιδρύεται επίσης Ελληνικό σχολείο με πρώτο σχολάρχη τον Ε. Παπαχατζή, καθώς και δημοτικό. 20ος αιώνας Οι Καλαρρύτες, καθώς βρίσκονται στην οροθετική γραμμή των συνόρων, γίνονται αποδέκτες των ιστορικών γεγονότων και συμμετέχουν στις εθνικές αναμετρήσεις. Συμμετέχουν ενεργά στην απελευθέρωση και της υπόλοιπης Ηπείρου. Το 1906,
ιδρύεται η Ηπειρωτική Εταιρία, με σκοπό την προετοιμασία του εδάφους για την απρόσκοπτη διείσδυση του Ελληνικού στρατού για την απελευθέρωση της Ηπείρου. Πρόεδρος του 30ου τμήματός της ορίζεται ο Γεώργιος Ζάγκλης ή Σταμάτης. Δύο από τους οδικούς άξονες ανεφοδιασμού του Ελληνικού στρατού για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων ξεκινούν από τους Καλαρρύτες, μέσω του χωριού Κράψη και μέσω της Κηπίνας αντίστοιχα. Μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου (1913) επέρχεται η διοικητική προσάρτηση των Καλαρρυτών στο νομό Ιωαννίνων (1925) ως κοινότητα Καλαρρυτών, μαζί με τον οικισμό Κηπία (Αρμπορέσι ή Μιστράς). Τον πόλεμο του 1940-41 και την γερμανική κατοχή πληρώνουν με πολλές ανθρώπινες απώλειες, με οικονομικές και οικιστικές καταστροφές, όπως άλλωστε όλα τα χωριά της περιοχής. Οι κατακτητές πυρπολούν και βομβαρδίζουν σπίτια. Τότε βομβαρδίστηκε και η εκκλησία της Αγίας Τριάδος. Στην Αντίσταση και τον εμφύλιο που διεξάγονται στα χωριά των Τζουμέρκων, οι Καλαρρύτες συμμετέχουν ενεργά και γίνονται αποδέκτες των συνεπειών τους. Αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται από την πρόσκαιρη αύξηση του πληθυσμού, αφού πολλοί είναι εκείνοι που από τα αστικά κέντρα καταφεύγουν εκεί, για να αποφύγουν τις συνέπειες του πολέμου και της κατοχής. Ωστόσο η συγκυριακή αύξηση του πληθυσμού δεν θα έχει συνέχεια. Στη δύσκολη μεταβατική δεκαετία 1950-60, οι ελάχιστοι οικονομικοί πόροι δεν επιτρέπουν την επιβίωση των κατοίκων στην ορεινή περιοχή τους. Το δεύτερο κύμα αστυφιλίας και μετανάστευσης είναι αναπόφευκτο και αφήνει την κοινότητα με ελάχιστους κατοίκους που ασχολούνται με την κτηνοτροφία. Ο Καλαρρυτινοί σκορπίζουν και πάλι, κυρίως στα Ιωάννινα, τηνΠρέβεζα, σε πόλεις και χωριά της Θεσσαλίας, την Άρτα και τα πεδινά χωριά της, μέχρι τα χωριά του Ξηρόμερου στην Αιτωλοακαρνανία και την Αθήνα. Το σχολείο, μη έχοντας μαθητές κλείνει οριστικά το 1981. Οι Καλαρρύτες, όπως και τα γειτονικά βλάχικα ή μη χωριά, εκτός από το Μέτσοβο, δεν μπόρεσαν να παραμείνουν ακμαίοι. Μόνιμο αίτημα, το τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα των κατοίκων της κοινότητας, είναι η αποκατάσταση του οδικού δικτύου και οι κοινοτικές τεχνικές υποδομές, που είναι ο κύριος μοχλός οικονομικής και τουριστικής ανάπτυξης της κοινότητα

Επαγγέλματα και Ενδυμασίες 
                                                                                 Επαγγέλματα Το επάγγελμα που πραγματικά διέπρεψαν οι Καλαρρυτινοί είναι αυτό του αργυροχρυσοχόου. Οι Γιαννιώτες έμποροι τους προμήθευαν τις πρώτες ύλες σε χρυσό και ασήμι, τις οποίες εισήγαγαν από τη Νάπολη και τη Βενετία. Επεξεργάστηκαν το ασήμι με πρωτοτυπία και δεξιοτεχνία. Στα εργαστήριά τους κατασκευάστηκαν τα πιο περίτεχνα ασημουργικά εκκλησιαστικά και κοσμικά καλλιτεχνήματα του 18ου αιώνα. Πως ξεκίνησε όμως η τέχνη της αργυροχρυσοχοΐας στους Καλαρρύτες; Γιατί οι Καλαρρυτινοί και όχι άλλοι κάτοικοι, με ίδιες συνθήκες οικονομίας και διαβίωσης, ασχολήθηκαν με την τέχνη αυτή; Ο Γεώργιος Τουρτούρης, πρόκριτος των Καλαρρυτών, έκανε αντιγραφή ορισμένων κειμένων από την επιτομή του Κ. Μπαλάνου, τον ονομαστό Κουβαρά Ιωαννίνων, τα οποία δεν είναι γνωστό τι απέγιναν. Ένα από τα σημειώματα του Τουρτούρη έχει τίτλο «Ιστορία όπου ήκουσα από τον σοφολογιότατον ιεροδιδάσκαλο Κοσμάν, υιόν του ποτέ Μπαλάνου Ιωαννίτου, όστις Κοσμάς τελεύτησε εις τους 1811 ογδοηκοντούτης ών». Το σημείωμα του Γ. Τουρτούρη αναφέρει την κατάργηση του τιμαριωτικού χριστιανικού συστήματος και τον τρόπο με τον οποίο εισήχθη  η τέχνη της αργυροχοΐας στους Καλαρρύτες, ιστορία την οποία διηγήθηκε ο Καλαρρυτινός χρυσικός Χριστόφορος Δελής. Αναφέρει λοιπόν ότι οι άρχοντες των Ιωαννίνων στα μέσα του 17ου αιώνα έβαλαν τα παιδιά τους να μάθουν τέχνες ή να επιδοθούν στα γράμματα και το εμπόριο, όταν έχασαν την κτηματική περιουσία τους επειδή έπαψε να ισχύει το σύστημα των χριστιανών τιμαριούχων. Τα παιδιά δύο οικογενειών, από τις πλέον ευγενείς των Ιωαννίνων, του Συρβάνου και του Σουγδορή, έμαθαν τη χρυσοχοϊκή τέχνη και έγιναν επιτήδειοι τεχνίτες. Στα εργαστήριά τους μαθήτευσαν Καλαρρυτινοί. Μέχρι το 1700 από τις οικογένειες αυτές προέρχονταν οι προεστοί των Ιωαννίνων και τόση ήταν η δύναμή τους ώστε έκαναν τους μαθητευόμενούς τους προεστούς στους Καλαρρύτες, όπως τον Αθανάσιο Δελή (παππού του Χρ. Δελή) ο οποίος κατασκεύασε τα πρώτα μαντάνια και μύλους στο ποτάμι. Έτσι πέρασε η αργυροχρυσοχοΐα στους Καλαρρύτες, τέχνη την οποία ανέπτυξαν και καλλιέργησαν σε σημαντικό βαθμό. Από αυτούς η τέχνη εξαπλώθηκε στο Συρράκο και λιγότερο στο Μέτσοβο. Τον 18ο αιώνα, στα πλαίσια της γενικότερης άνθισης της αργυροχοΐας, Οι Καλαρρύτες έγιναν ονομαστό κέντρο. Ανάλογα τοπικά εργαστήρια λειτούργησαν στα Ιωάννινα, στο Μέτσοβο, και λιγότερο στο Συρράκο, καθώς επίσης και σε περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας, τα Επτάνησα, την Πελοπόννησο και τη Θράκη. Οι τεχνίτες αργυροχόοι συνήθως δεν υπέγραφαν τα έργα τους. Κατείχαν όλες τις τεχνοτροπίες της κατεργασίας των πολύτιμων μετάλλων, τις οποίες εφάρμοσαν με θαυμαστή επιτυχία. Μεγάλη διάδοση είχε η τεχνοτροπία του χτυπητού (που είναι ο σχηματισμός ανάγλυφων παραστάσεων με χτύπημα μικρού σφυριού), το σαβάτι και τα συρματερά. Πιο απλή ήταν η εγχάρακτη, δηλαδή η χάραξη του μετάλλου με κατάλληλο εργαλείο. Συχνά συναντούμε συνδυασμούς τεχνοτροπιών, όπως χτυπητού και εγχάρακτου. Με όποιο τρόπο κι αν δούλευαν το ασήμι, τα αποτελέσματα ήταν θαυμαστά. Στους Καλαρρύτες η αργυροχοΐα διακρίνεται σε δύο κατηγορίες, την εκκλησιαστική, που αφορά αντικείμενα και σκεύη λατρευτικής χρήσης, εκκλησιαστικά αναθήματα, επενδύσεις ευαγγελίων και εικόνων, σταυρούς, δισκοπότηρα, θυμιατήρια ή λειψανοθήκες και την κοσμική, που αφορά αντικείμενα όπως φλιτζάνια, κουτάλια, κύπελλα, δίσκους και κυρίως κοσμήματα. Τα κοσμήματα ήταν τα εξαρτήματα των ελληνικών παραδοσιακών ενδυμάτων, όπως ζώνες, πόρπες και περιλαίμια, σκουλαρίκια, καρφίτσες, δακτυλίδια και τεπελίκια, που προσαρμόζονταν στον γυναικείο κεφαλόδεσμο και ήταν κυρίως συρματερά ή χτυπητά. Στην ίδια κατηγορία κατατάσσονται και αντικείμενα όπως ταμπακιέρες, καπνοθήκες, παλάσκες αλλά και ο αντρικός οπλισμός, κουμπούρες, γιαταγάνια, καριοφίλια, πιστόλες, λαβές μαχαιριών και γιαταγανιών. Τον 18ο και μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, η τεράστιε εμπορική κίνηση που δημιουργήθηκε συνετέλεσε, μαζί με τις μετακινήσεις λόγω των ιστορικών γεγονότων, στην ανάπλαση και πολυμορφία της κατεργασίας του ασημιού, με επιρροές κυρίως από τα επτάνησα. Πολλοί χρυσοχόοι γίνονταν πλανόδιοι τεχνίτες, γνωστοί ως χρυσικοί, οι οποίοι εξάπλωσαν την τέχνη σε όλη τη βαλκανική, την Ιταλία, την Αυστρία, τη Μικρά Ασία και την Αίγυπτο. Τα προϊόντα τους κυριάρχησαν σε ονομαστές αγορές της Δύσης, όπως τη Μασσαλία και τη Βιέννη, μέχρις ότου η βιομηχανική πλέον παραγωγή και οι νέοι άξονες του διεθνούς εμπορίου ανέτρεψαν τα παραδοσιακά κέντρα πρωτοβιομηχανικής παραγωγής. Αργυροχόοι - Ασημιτζήδες - Χρυσικοί Ο σπουδαιότερος και πιο ονομαστός χρυσοχόος ήταν ο Αθανάσιος Τσιμούρης ή Τζιμούρης. Γεννήθηκε στους Καλαρρύτες και το 1821 εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο, όπου πέθανε το 1823. Ο πατέρας τους ήταν σπουδαίος χρυσικός και υπηρέτησε στην αυλή του Αλή πασά. Ο Τσιμούρης ήταν αρχι-χρυσοχόος και δάσκαλος αργυροχοΐας στην αυλή του Αλή πασά. Σώθηκαν μόνο εκκλησιαστικά έργα του, 2 ευαγγέλια (το ένα βρίσκεται στον Άγιο Νικόλαο Καλαρρυτών και το άλλο, του 1772, μαζί με ένα σταυρό του 1797, στη Μητρόπολη Ιωαννίνων) και ένας ασημένιος πολυέλαιος. Έργα του επίσης έχουν επισημανθεί σε σταχώσεις ευαγγελίων στο Καπέσοβο, Άνω Σουδενά, Αγία Θεοδώρα Άρτας, Μητρόπολη Λέσβου, Κέρκυρα και Ζάκυνθο. Ο Γεώργιος Διαμαντής Μπάφας γεννήθηκε στους Καλαρρύτες το 1784 και πέθανε στη Ζάκυνθο το 1853. Εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο πριν από την καταστροφή των Καλαρρυτών το 1821. Είναι από τους σπουδαιότερους επώνυμους εκπροσώπους της εκκλησιαστικής τέχνης. Ο πατέρας του Διαμαντής ήταν επίσης σπουδαίος χρυσικός και υπηρέτησε στην αυλή του Αλή πασά. Συχνά στα έργα του ο Γεώργιος χρησιμοποιεί και τα δύο ονόματα Γεώργιος – Διαμαντής. Μαθήτευσε κοντά στον πατέρα του και χρειάστηκε 13 χρόνια, από το 1816 μέχρι το 1829, για να κατασκευάσει την αργυρόγλυπτη λάρνακα του Αγίου Διονυσίου, το ευαγγέλιο του 1820 και τη δεσποτική εικόνα. Επηρεάστηκε από την ιταλική τέχνη και συμπεριέλαβε στοιχεία μπαρόκ στις δημιουργίες του. Έργα του βρίσκονται σε πολλά μέρη της Ελλάδος, όπως στη Χρυσοπηγή (Ευαγγέλιο του 1811), Λαγγαδά, Καταστάρι, Μαχαιράδο Ζακύνθου. Σπουδαίος επίσης αργυροχόος ήταν ο Ποντίκης. Έργο του που σώζεται είναι η λειψανοθήκη στον Άγιο Νικόλαο Κοπάνων Ιωαννίνων. Ευαγγέλιο του αργυροχόου Τόλη Δασκάλου, σώζεται στο χωριό Γραμμένο Ιωαννίνων. Στη σφυρηλάτηση των μετάλλων ήταν μοναδικοί οι Δημήτριος και Νικόλαος Παπαγεωργίου, γιοι του Απόστολου Παπαγεωργίου, οι οποίοι κατασκεύαζαν μεγάλα αργυρά σκεύη, δίσκους και σινιά (ταψιά). Οι γιοι του Νικόλαου Παπαγεωργίου, Απόστολος και Γεώργιος, που κατέφυγαν με την οικογένεια Παπαμόσχου στην Κέρκυρα μετά το 1821, μετέφεραν την τέχνη της αργυροχοΐας, η οποία μέχρι τότε ήταν άγνωστη εκεί. Ο Βασίλειος Παπαμόσχος, που διδάχθηκε την τέχνη από τον Αθανάσιο Τσιμούρη, διακρίθηκε στην τορνευτική του χρυσού, την οποία δίδαξε και στους γιους του Σπυρίδωνα και Νικόλαο. Ο Σπυρίδωνας γεννήθηκε το 1820 στους Καλαρρύτες και πέθανε στην Κέρκυρα το 1882. Γνωστά έργα του είναι η εικόνα της «Ίασης του τυφλού» στον Άγιο Σπυρίδωνα και ο αργυρός πολυέλαιος του Αγίου Ανδρέα στην Πάτρα. Επίσης είναι γνωστό το χρυσό αγγείο που δωρίστηκε στη σύζυγο του τελευταίου Άγγλου αρμοστή των Ιονίων Νήσων.    Ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι αυτή της οικογένειας Βούλγαρη, γνωστή σε όλους σήμερα ως Bulgari, η οποία μαζί με πολλές άλλες οικογένειες έφυγε από το χωριό το 1821. Η πρώτη τους εγκατάσταση έγινε στην Παραμυθιά, όπου έμειναν για πολλά χρόνια. Το 1874 ο Σωτήριος Βούλγαρης έφυγε για τη Ρώμη, όπου άνοιξε αργυροχρυσοχοείο με τον γιαννιώτη Π. Κρέμο. Λίγα χρόνια μετά οι δύο συνέταιροι διέλυσαν τη συνεργασία και άνοιξαν δύο πανομοιότυπα μαγαζιά. Η επιχείρηση του Bulgari προόδευσε και στα εργαστήριά τους μαθήτευσαν πολλοί αργυροχόοι. Αντίστοιχη επιχείρηση στη Ρώμη έχουν από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα και οι αδελφοί Νέσση. Ακολούθησαν τους ίδιους δρόμους και την ίδια πορεία με αυτή της οικογένειας Βούλγαρη. Στην αρχή ο Κωνσταντίνος Νέσσης εργάστηκε στο κατάστημα του συμπατριώτη του Σωτήρη Βούλγαρη και αργότερα με τα αδέρφια του άνοιξαν δική τους επιχείρηση, στην οποία μαθήτευσαν και άλλοι Καλαρρυτινοί ασημουργοί.  Η τέχνη της αργυροχοΐας αποτελεί έναν από τους ελάχιστους κλάδους της ελληνικής λαϊκής τέχνης που συνεχίζει την παραγωγή έργων. Σήμερα βέβαια δεν υπάρχουν πια εργαστήρια και τεχνίτες στο χωριό. Από τα μέσα του 19ου αιώνα έχουν συγκεντρωθεί στα αστικά κέντρα, όπως τα Ιωάννινα, την Άρτα, πόλεις της Θεσσαλίας και την Αθήνα, όπου και συνεχίσουν την παράδοση.

Κτηνοτροφία – Κτηνοτρόφοι Το κύριο επάγγελμα του πληθυσμού στους ορεινούς όγκους των Τζουμέρκων ήταν και είναι αυτό του κτηνοτρόφου. Οι Καλαρρύτες, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, είναι ιδεώδης περιοχή για νομαδική κτηνοτροφία. Οι κτηνοτρόφοι μετακινούνται κάθε χρόνο από τους απέραντους ορεινούς θερινούς βοσκότοπους, στα χειμαδιά. Η συνεχής μετακίνηση επιβάλλει ειδικούς όρους διαβίωσης. Με τη νομαδική κτηνοτροφία αξιοποιούνται οι εκτεταμένοι ορεινοί βοσκότοποι της περιοχής των Καλαρρυτών. Στα χειμαδιά και τις παράκτιες περιοχές, τα φυλλώματα των θάμνων χρησιμεύουν ως τροφή των κοπαδιών, ενώ παρέχουν βοσκή ακόμη και οι ελώδεις εκτάσεις των πεδιάδων, κατά το όψιμο φθινόπωρο και την αρχή της άνοιξης. Στα ορεινά βοσκοτόπια ανεβαίνουν τα κοπάδια από τα μέσα Μαΐου και κατεβαίνουν στα μέσα Οκτωβρίου. Μαζί με τα ποίμνια μετακινούνται οι ποιμένες και οι οικογένειές τους. Απαραίτητη , παλιότερα ήταν η χρήση αλόγων και ημίονων για τη μεταφορά της οικοσκευής, ξυλείας και σανού. Κατά τη διάρκεια της πορείας οι άνδρες οδηγούσαν και άρμεγαν τα ζώα. Οι γυναίκες κατασκεύαζαν τάπητες σε φορητούς αργαλειούς και ενδύματα από μαλλί. Το επάγγελμα του κτηνοτρόφου συνδέεται και με την εμπορία των κτηνοτροφικών προϊόντων. Έτσι αναπτύχθηκε εμπορική δραστηριότητα μεταξύ Καλαρρυτών, Θεσσαλίας και Αμβρακικού κόλπου. Οι ποιμένες κέρδιζαν τα προς το ζην από τις πωλήσεις των προϊόντων τους (τυρί μυζήθρα, ανθότυρο, βούτυρο, όλα εξαιρετικής ποιότητας και γεύσης, με εξαγωγές και στο εξωτερικό). Στις μέρες μας ελάχιστοι είναι εκείνοι που ασχολούνται με την παραγωγή κτηνοτροφικών προϊόντων. Σήμα κατατεθέν της κοινότητας Καλαρρυτών είναι το πρόβατο με την ονομασία μπούτσικο, που είναι Καλαρρυτινή ποικιλία, προστατευόμενη και επιδοτούμενη από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σήμερα βόσκουν περίπου 15.000 αιγοπρόβατα και 1.000 βοοειδή στις περιοχές : Γκουρμουλιάσα, Στρούντζι, Κουρκούμπιτα, Νικούλιτσα, Κάλουτα, Καμάρα. Στη θέση Φουμάτα, πάνω από την Κηπίνα, οι σπηλιές χρησιμοποιούνται από τους κτηνοτρόφους.

Βιοτεχνία, Υφαντική
, Βιοτέχνες ραφτάδες Στους Καλαρρύτες το μαλλί χρησιμοποιήθηκε ως πρώτη ύλη για την κατασκευή ειδών ρουχισμού. Οι γυναίκες ύφαιναν στον αργαλειό όλα τα υφάσματα για τα καθημερινά
ρούχα και τα κλινοσκεπάσματα με ποικιλία χρωμάτων (κόκκινο, ώχρα, μπλε), που έβαφαν μόνες τους βουτώντας τα νήματα σε φυτικές βαφές, δημιουργημένες από ποικιλίες ντόπιων φυτών. Το αποτέλεσμα ήταν να μετατραπεί από οικιακή κυρίως τέχνη σε βιοτεχνία και να γίνει η κοινότητα κέντρο παραγωγής μάλλινων ειδών ρουχισμού, υφασμάτων και ταπήτων (φλοκάτες). Κύρια όμως επαγγελματική απασχόληση έγινε η ύφανση του Καλαρρυτινού μάλλινου υφάσματος για κάπες άσπρες και μαύρες. Μακριές για τους βοσκούς και αγρότες στην Αλβανία και Ελλάδα, κοντές για τους ναυτικούς και ψαράδες στην Αδριατική. Οι ράφτες κάπας που αποκαλούνταν καποτάδες ή καπάδες, συναγωνίστηκαν με μεγάλη επιτυχία τη συντεχνία των καποτάδων στα Ιωάννινα. Η παραγωγή και η διακίνηση του χοντρού μάλλινου υφάσματος έγινα ένας από τους σημαντικότερους λόγους επικοινωνίας μεταξύ Ηπείρου και Ιταλίας. Το εμπόριο του μάλλινου υφάσματος και της κάπας γρήγορα έγινε εξαγωγικό και απλώθηκε σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου, την Ισπανία, Αυστρία, Αγκώνα, Βενετία και Τεργέστη αλλά και Ανατολικά, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Μόσχα και Οδησσό
Χρυσοκεντητάδες - Τερζήδες Οι χρυσοκεντητάδες των Καλαρρυτών, γνωστοί με το όνομα τερζήδες, άκμασαν χάρη στην ύπαρξη του εμπορίου παραδοσιακής φορεσιάς, στην εισαγωγή πρώτων υλών, στην ύπαρξη εξειδικευμένων τεχνιτών και αξιόλογων εργαστηρίων και βιοτεχνίας με παράδοση ολόκληρων αιώνων. Οι τερζήδες κεντούσαν τις περίφημες ενδυμασίες Ελλήνων και τουρκαλβανών με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία και υπομονή, χρησιμοποιώντας χρυσοκλωστές (τιρτίρια). Το αποτέλεσμα της δουλειάς τους έγινε αντικείμενο θαυμασμού σε όλη την Ήπειρο, με  αποτέλεσμα να δέχονται πολλές παραγγελίες. Οι οικονομικές συνθήκες στην κοινότητα επέτρεψαν να αναπτυχθεί μια ανθούσα βιοτεχνία για δύο περίπου αιώνες.

Πραματευτάδες – Έμποροι Ο τομέας όπου πραγματικά διέπρεψαν οι Καλαρρυτινοί ήταν το εμπόριο στο εσωτερικό της Ελλάδος αλλά και στο εξωτερικό. Οι πραματευτάδες ανέπτυξαν από τα μέσα του 18ου αιώνα μέχρι την καταστροφή του χωριού στις αρχές του 19ου αιώνα, πολύ προσοδοφόρες επιχειρήσεις στις τοπικές και Ευρωπαϊκές αγορές. Όταν εγκαταστάθηκαν στα Γιάννενα, οι φορολογικές ελαφρύνσεις που τους δόθηκαν τους διευκόλυναν να έχουν δυναμική παρουσία στην αγορά και να παραγκωνίσουν τους Γιαννιώτες εμπόρους. Με τα κεφάλαια που συγκέντρωναν άρχισαν να αναπτύσσουν εμπορικές δραστηριότητες και συναλλαγές με άλλες πόλεις του εσωτερικού και εξωτερικού. Πρώτο εμπορικό προϊόν ήταν το μάλλινο ύφασμα για κάπες, προϊόν γνώριμο για διακίνηση, αφού η βιοτεχνική παραγωγή γινόταν στη γενέτειρά τους και το εμπορευόταν αποκλειστική Καλαρρυτινοί έμποροι. Οι πρώτοι από αυτούς ήταν ο Γ. Δουρούτης στην Αγκώνα και ο Γ. Τουρτούρης στη Βενετία. Στα Ιωάννινα γνωστά ήταν τα καταστήματα των αδελφών Γεωργίου και Νικολάου Λάμπρου, Ιωάννη και Αποστόλου Παράσχη, Γεωργίου Τουρτούρη, ενώ αργότερα, μετά το 1815, των Δημητρίου Δαμίρη, Νικολάου Σγούρου. Στο εξωτερικό άνοιξαν εμπορικούς οίκους σε πολλές πόλεις της Ιταλίας, Αυστρίας ακόμη και της Ρωσίας και από αυτούς οι μεν πλούσιοι μετανάστευσαν τελικά στους τόπους εμπορίου, οι δε μικρομεσαίοι επέστρεφαν στην πατρίδα ως καταστηματάρχες. Σε κάθε ταξίδι επιστροφής, οριστικής ή προσωρινής, έφερναν χρήματα και βιομηχανικά αγαθά στον τόπο τους, ανοικοδομούσαν τα σπίτια και ανέβαζαν το βιοτικό επίπεδο των οικογενειών τους. Γνωστοί έμποροι της εποχής ήταν ο Γεώργιος και Χριστόφορος Δουρούτης, με έδρες την Αγκώνα και την Τεργέστη, ο Δημήτριος Τουρτούρης στο Λιβόρνο και οι γιοι του Γεώργιος και Κωνσταντίνος στη Βενετία. Οι εμπορικές επιχειρήσεις που ανοίγονταν στο εξωτερικό ήταν κυρίως οικογενειακές και τις συγκροτούσαν αδέλφια και συντοπίτες. Τα εμπορικά προϊόντα ήταν ποικίλα : ακατέργαστο δέρμα, σκουτί (χοντρό ύφασμα για ρούχα), βαμβάκι από τη Μακεδονία και Θεσσαλία, λαγοτόμαρα, κερί, πρινοκόκκι, βελανίδι, μετάξι από την Αγιά Λάρισας κυρίως στη Νάπολη. Τα εισαγόμενα προϊόντα τους ήταν φέσια, κρεμέζια (κόκκινη φυσική χρωστική ουσία), βελούδινα υφάσματα,
                                         
τιρτίρια (νήματα από χρυσό ή επιχρυσωμένο άργυρο για διακόσμηση στολών) καθώς και αποικιακά προϊόντα .

Κιρατζίδες – Αγωγιάτες Για τη διεξαγωγή του διαμετακομιστικού εμπορίου αλλά και τη διακίνηση των ανθρώπων, αναπτύχθηκε από τον 18ο μέχρι και τον 20ο αιώνα, η τάξη των αγωγιατών, κατοίκων που διέθεταν ζώα για μεταφορές και δεν είχαν οικονομικά κεφάλαια. Στην αρχή συγχωνεύονταν σε ομάδες, τα γνωστά καραβάνια. Αργότερα αναλάμβαναν μόνοι τους τη μεταφορά. Ο αρχηγός έκανε την οικονομική συμφωνία και ήταν υπεύθυνος για την καλή διατήρηση και παράδοση του εμπορεύματος. Ως καλοί γνώστες των χερσαίων ηπειρωτικών οδικών αξόνων, μετέφεραν τα εμπορεύματα από τη Θεσσαλία ως τον Αμβρακικό κόλπο και από την Ήπειρο ως τα Βαλκάνια. Γνώριζαν τους εμπορικούς οίκους στο εξωτερικό, τα εμπορικά πανηγύρια και τα κέντρα των εμπορικών συναλλαγών. Όταν το εμπόριο ατόνησε και αναπτύχθηκαν νέοι οδικοί άξονες, οι αγωγιάτες εργάστηκαν στις τοπικές μεταφορές των κτηνοτρόφων στα βοσκοτόπια, στο τοπικό εμπόριο, τη μεταφορά ανθρώπων, οικοδομικών υλικών και τοπικών προϊόντων. Σήμερα οι μεταφορές αγαθών μέσα στον οικισμό εξακολουθούν να γίνονται με τα ζώα που διαθέτουν οι δύο τελευταίοι αγωγιάτες των Καλαρρυτών, Νικόλας Μπαϊκούσης και Κώστας Μπακαγιάννης. Αγιογράφοι Το 18ο αιώνα οι Καλαρρύτες έγιναν ένα μικρό καλλιτεχνικό κέντρο ζωγραφικής εκκλησιών με ιδιαίτερα λαϊκά στοιχεία. Πολλοί ονομαστοί αγιογράφοι άφησαν τα ονόματά τους σε αγιογραφήσεις τους σε μοναστήρια και εκκλησίες της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Από αυτούς μπορούμε να αναφέρουμε το γνωστό Δημήτριο Ζούκη, αγιογράφο και μουσικό. Το 1783 τοιχογράφησε το ναό του Αγίου Αθανασίου στην Καστανιά Καλαμπάκας και το 1974 το νάρθηκα της Μονής Υπαπαντής στα Μετέωρα. Φορητές εικόνες του υπάρχουν στη Μονή Αγίας Τριάδος, ενώ σώζεται και η εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στο ναό Αγίου Αθανασίου Μονοδενδρίου στο Ζαγόρι. Γνωστός είναι και ο αγιογράφος Γεώργιος, ο οποίος με τον αδελφό του Στέργιο ιστόρησε το 1737 το παρεκκλήσι του Προδρόμου της Μονής Βύλιζας, κοντά στους Καλαρρύτες. Ο Γεώργιος φιλοτέχνησε το 1734 την εικόνα του Προδρόμου στους Λογγάδες και το 1748 την εικόνα του Αγίου Νικολάου στη Ρεντίνα. Το 1761 ένας άλλος Στέργιος με τον αδελφό του Ιωάννη, ιστόρησαν το παρεκκλήσι των Αγίων Πάντων στην Καλαμπάκα.

Ενδυμασίες Οι γυναικείες και ανδρικές καθημερινές φορεσιές χαρακτηρίζονται από τη λιτότητα των υφασμάτων και την απλότητα του διάκοσμου. Τα μόνα διακοσμητικά στοιχεία είναι τα κεντήματα της ποδιάς, του κεφαλόδεσμου και του σιγκουνιού, από νήματα που οι ονομαστοί τερζήδες των Καλαρρυτών κεντούσαν με γούστο και ιδιαίτερη τέχνη. Η καθημερινή γυναικεία φορεσιά αποτελείται από μάλλινη φούστα ή αμάνικο φόρεμα με κέντημα στον ποδόγυρο, μάλλινη ποδιά υφασμένη στον αργαλειό, κοντή ζακέτα (μπολκάκι), μάλλινες κάλτσες και τσαρούχια. Η ηλικία καθόριζε το χρώμα της φούστας : κρεμεζί φιστόνι έμπαινε στον ποδόγυρο για τις νέες, ανοιχτό μπλε φιστόνι για τις μέσης ηλικίας και σκούρο μπλε με τελείωμα βελούδο για τις ηλικιωμένες. Η επίσημη ενδυμασία που φορούσαν οι γυναίκες σε γάμους και γιορτές αποτελείται από μακρύ σκουρόχρωμο φόρεμα μπροκάρ σε διάφορα χρώματα με μαύρο κέντημα, συγκούνι (σάρικα) το οποίο ανάλογα με την οικονομική κατάσταση είχε πλούσιο ή φτωχό κέντημα, μαύρη ποδιά κεντημένη με πολλά λουλούδια, ασημένια συρματερή ζώνη, λεπτές κεντημένες μάλλινες κάλτσες και λουστρίνι παπούτσι. Το κεφαλομάντηλο ήταν μαύρο, κεντημένο με κουκάκια (φουντίτσες από μεταξωτό νήμα) δεμένο με καρφοβέλονο ασημένιο ή χρυσό. Η ποδιά της νύφης την πρώτη μέρα του γάμου είναι από κρεπ σατέν και καταλήγει σε πλισέ, ενώ πάνω από αυτό ράβονται σε σειρές τρέσες από μεταξωτές δαντέλες.  Η ανδρική καθημερινή φορεσιά αποτελείται από μαύρο παντελόνι (μπουραζάνα), πουκάμισο από καρό ντρίλι, γιλέκο μάλλινο μαύρο, κούκο (καπέλο), σακάκι και τσαρούχια.
Η επίσημη ανδρική αποτελείται από άσπρη μπουραζάνα, κεντημένο γιλέκο μαύρο ή μπλε σκούρο, πουκάμισο άσπρο βαμβακερό, σακάκι και κούκο. Στο λαιμό και στο στήθος περνούν διακοσμημένες ασημένιες αλυσίδες. Ο γαμπρός, καθώς και όλο το σόι του γαμπρού φορούν φουστανέλα μέχρι το γόνατο. Θα περίμενε κανείς ότι πάνω από τις στολές, τουλάχιστον τις γυναικείες, οι Καλαρρυτινοί θα φορούσαν καταπληκτικά κοσμήματα. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι γυναίκες δεν φορούσαν τίποτε περισσότερο από το απαραίτητο, αφού σύμφωνα με περιοριστικό έθιμο κατά της πολυτέλειας που είχε ισχύ απαράβατου νόμου, απαγορευόταν η χρήση κοσμημάτων και τα φορέματα των γυναικών περιορίζονταν σε συγκεκριμένα είδη υφάσματος, χωρίς χρυσά νήματα. (Leak, Pouqueville) Σήμερα, παραδοσιακές στολές βρίσκονται μόνο σε συλλόγους, ενώ αντίγραφά τους ή κάποια παλιά κομμάτια φορούν τα μέλη των χορευτικών συγκροτημάτων σε επίσημες εκδηλώσεις.

Μονή Κηπίνας  Χτισμένη μέσα σε βράχο στα Τζουμέρκα όρη η εντυπωσιακή κατασκευή της μονής προκαλεί δέος… Το όνομα της κατά την παράδοση προήλθε από τους κήπους που καλλιεργούσαν οι μοναχοί της μονής και είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου Οι τοιχογραφίες που στολίζουν το εσωτερικό της μονής από τον 18ο αιώνα αναπαριστούν διάφορα θέματα: Ο Χριστός Παντοκράτορας, η Θεοτόκος, οι Άγιοι και πολλές σκηνές από το Ευαγγέλιο.  Μέσα στην μονή υπάρχει μια μυστική πόρτα που οδηγεί σε κρύπτη. Κατά την περίοδο της εθνικής αντίστασης αποτελούσε κρησφύγετο των αντιστασιακών. Τέσσερα κελιά στο σύνολό τους φιλοξενούσαν τους μοναχούς που ζούσαν εδώ κατά το παρελθόν. Σήμερα προσφέρονται για διανυκτέρευση των επισκεπτών το μονοπάτι που οδηγεί  στο μοναστήρι είναι λαξεμένο στην πλαγιά του βράχου. Η κρεμαστή γέφυρα πριν από την είσοδο στην μονή ήταν και παραμένει κινητή. Όταν αυτή σηκώνεται δημιουργεί κενό 4 μέτρων στο γκρεμό και προφύλαγε το μοναστήρι από επίδοξους επιδρομείς. Η μονή Κηπίνας βρίσκεται κοντά στο χωριό Καλαρρύτες. Η πρόσβαση στο μοναστήρι γίνεται από ένα μικρό μονοπάτι λαξευμένο στο βράχο.

΄Ερευνα-Κείμενα
ΜΑΙΡΗ ΖΑΓΚΛΗ-ΜΠΟΖΙΟΥ

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2018

ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ ΜΑΣ ΣΕ Α/Μ

























Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2016